παχύς

παχύς
толстый

Ancient Greek-Russian simple. 2014.

Смотреть что такое "παχύς" в других словарях:

  • παχύς — thick masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • παχύς — ιά, ύ και παχιός, ιά, ιό / παχύς, εῑα και ιων. τ. έα, ύ, ΝΜΑ 1. αυτός που έχει αρκετό ή υπερβολικό πάχος, χοντρός 2. (για πρόσ. και ζώα) (στην κυριολ. και μτφ.) αυτός που έχει πολύ λίπος στο σώμα του, παχύσαρκος νεοελλ. 1. (για μουστάκι) πυκνό 2 …   Dictionary of Greek

  • πάχυς — ὁ βλ. πήχυς …   Dictionary of Greek

  • παχύς — [пахис] εκ. жирный, толстый …   Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь)

  • παχύς, -ιά, -ύ — γεν. ιού, ιάς, ιού, πληθ. ιοί, ιές, ιά 1. αυτός που έχει πολύ πάχος, ο χοντρός: Το στρώμα αυτό είναι πολύ παχύ. 2. για ανθρώπους και ζώα, παχύσαρκος (αντίθ. λιπόσαρκος, λιγνός, αδύνατος): Παχύ παιδί. 3. για κρέατα και φαγητά, αυτός που έχει ή… …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • παχέα — παχύς thick neut nom/voc/acc pl (epic ionic) παχέᾱ , παχύς thick fem nom/voc/acc dual (epic ionic) παχύς thick fem nom/voc sg (epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • παχυτέρων — παχύς thick fem gen pl παχύς thick masc/neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • παχυτέρως — παχύς thick adverbial παχύς thick masc acc pl (doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • παχίον — παχύς thick masc/fem voc comp sg παχύς thick neut nom/voc/acc comp sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • παχύ — παχύς thick masc voc sg παχύς thick neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • παχύτερον — παχύς thick masc acc sg παχύς thick neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»